Έχοντας παίξει δεκάδες παιχνίδια από τα τέλη της δεκαετίας του 80, θα δυσκολευόμουν να απαντήσω πιο από αυτά είναι το αγαπημένο μου. Βλέπετε, εκείνη την εποχή πολλά παιχνίδια ήταν όμορφα και σου έκαναν το κέφι να τα ξανά παίξεις πολλές φορές, όπως έκανα και εγώ με τα παιχνίδια της σειράς Donkey Kong και Super Metroid στο Super Nintendo, αλλά και το Tomb Raider για PSone.
Το Super Castlevania IV ωστόσο, παρότι δεν το έπαιξα αρκετές φορές, έχει αυτό το κάτι που μου έχει μείνει στην μνήμη μου. Θέλετε για τις καταπληκτικά μουσικά του κομμάτια; Ή γιατί μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια; Την εποχή της ανεμελιάς, όπου μαζευόμασταν όλοι οι φίλοι και προσπαθούσαμε να περάσουμε τα επίπεδα παρέα. Εποχές που δεν πρόκειται να ξανά επιστρέψουν, μιας και η τεχνολογία σήμερα μας αποξενώνει, αλλά θα το αφήσω για άλλο βίντεο.
Είμαι σίγουρος ότι το Super Castlevania IV είναι ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια αρκετών παιχτών της 16bit εποχής και η ενσωμάτωση του στο Super Nintendo mini δείχνει ότι η Nintendo το γνωρίζει καλά αυτό.
Αν και ήταν ένας νέος τίτλος για την νέα κονσόλα της Nintendo, το Snes, εντούτης ήταν ένα remake του πρώτου τίτλου που κυκλοφόρησε για το Nes. Και μπορεί σαν σειρά να είχε κυκλοφορήσει πολλά χρόνια πριν για το NES, το "μπαμ" ωστόσο έγινε όταν κυκλοφόρησε αυτό το διαμάντι.
Το Super Castlevania έκανε χρήση του συστήματος γραφικών του Snes ονόματι Mode 7, το οποίο επέτρεπε στους προγραμματιστές να τοποθετούν backgrounds τα οποία κινόντουσαν, δίνοντας έτσι μια άλλη αίσθηση στο παιχνίδι και με την δύναμη που είχε το ΣΝΕΣ, η Konami κατάφερε και έδωσε την ποιότητα που άξιζε το παιχνίδι.
Πάμε λοιπόν να ρίξουμε μια ματιά στο παιχνίδι.
Στο Super Castlevania IV χειριζόμαστε τον... δολοφόνο με το μαστίγιο, Simon Belmont και μαζί του απολαμβάνουμε μια καταπληκτική gaming εμπειρία.
Πρόκειται για ένα κλασικό side-scrolling παιχνίδι, όπου ο παίχτης πρέπει να καταφέρει να ολοκληρώσει 11 επίπεδα, έχοντας μόνον τρεις ζωές. Αν χάσουμε όλες μας τις ζωές, το παιχνίδι τελειώνει. Χάνουμε μια ζωή όταν η μπάρα με την ενέργεια μας αδειάσει και πιστέψτε με, αδειάζει πολύ εύκολα.
Φυσικά η ενέργεια γεμίζει όταν βρίσκουμε διάσπαρτα στα επίπεδα τρόφιμα. Το καλό είναι ότι το παιχνίδι δέχεται κωδικούς, ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε από το επίπεδο που θέλουμε.
Ο Simon μπορεί να χτυπήσει σε 8 διαφορετικές κατευθύνσεις με το μαστίγιο του, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει στους προηγούμενους τίτλους. Κρατόντας το κουμπί της επίθεσης, το μαστίγιο μετατρέπεται σαν ασπίδα, προστατεύοντας τον χαρακτήρα μας.
Το μέγεθος και η δύναμη του μαστίγιου μας μεγαλώνει δυο φορές, όσο βρίσκουμε κάποια ειδικά αντικείμενα τα οποία ονομάζονται Morning Star.
Όπως συνέβενε σε όλα τα προηγούμενα Castlevania έτσι και εδώ μπροούμε να έχουμε δευτερεύοντα όπλα, τα οποία θα μας φανούν χρήσιμα κατά την διάρκεια του παιχνιδιού μας. Κάθε όπλο κάνει χρήση των καρδιών που συλλέγουμε κατά την διάκρεια του παιχνιδιού, οπότε θα πρέπει να γεμίζουμε τις καρδιές μας, κάτι το οποίο είναι εύκολο.
Στ αόπλα αυτά βρίσκουμε το τσεκούρι, τα μαχαίρια τα οποία μπορούμε να τα πετάμε συνέχεια και γρήγορα και το ρολόι, το οποίο μπορεί και σταματάει τον χρόνο.
Αν κάτι μας κάνει ιδιαιοτερη αίσθηση, είναι η μουσική του παιχνιδιού. Μιλάμε για απίστευτα μουσικά κομμάτια, τα οποία είμαι σίγουρος ότι έχουν μείνει στο μυαλό όσων το έχουν παίξει.
Αντέχει λοιπόν το παιχνίδι, 27 χρόνια μετά την κυκλοφορία του; Για εμένα ναι. Είναι ένα παιχνίδι που παίζεται ευχάριστα, ακόμη και σήμερα. Οκ, το ευχάριστα όχι και τόσο, μιας και μιλάμε για ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι που απαιτεί μαεστρία για να το τελειώσεις.
Όσα χρόνια και αν περάσουν, όσο τέλεια και αν γίνουν τα γραφικά, όσα παιχνίδια και αν βγουν της σειράς, την αίσθηση που σου έκανε αυτό το παιχνίδι, δεν πρόκειται να την έχει κάποιος άλλος τίτλος. Ίσως είναι η πρώτη φορά που σου μένει, ΟΚ, όπως έγινε για παράδειγμα με το Resident Evil 1.
Αν και μου άρεσε επίσης το Symphony of the Night, σαν Castlevania έχω στο μυαλό μου αυτόν και μόνο τον τίτλο. Εϊναι ένα διαμάντι στην βιομηχανία του gaming, που δύσκολα θα μπορέσει να ξανά φτιάξει η Konami. Είναι το αποτέλεσμα της ευλεθερίας των προγραμματιστών και όχι του εξαναγκασμού τους να ακολουθήσουν τις κλασικές φόρμες τίτλων που φέρνουν έσοδα στις εταιρίες.
Σας προτείνω να το παίξεται και να το απολαύσετε, το αξίζει με το παραπάνω.